Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού
Μπορεί οι παραδόσεις να είναι για να σπάνε, αλλά η παράδοση που έχουν χτίσει οι Amenra με το να επισκέπτονται την Αθήνα κάθε χρόνο είναι από εκείνες που ελπίζουμε να μείνουν άθικτες. Γιατί πια η μπάντα έχει βρει τη σκέπη της εδώ, σε ένα Floyd Live Stage που μπορεί να στεγάσει το οπτικοακουστικό τους βάρος, να αντέξει το μέγεθος της τελετουργίας τους, και ένα κοινό που παραμένει πιστό, συνειδητοποιημένο, χωρίς τα χρώματα του φασεϊσμού, και κάθε φορά τους ακολουθεί.

Συγκριτικά με πέρυσι ίσως ήταν λίγο περισσότερος ο κόσμος , αν όχι ο ίδιος, αλλά σε κάθε περίπτωση η εμφάνιση των Βέλγων ήταν κατά τη γνώμη μου αισθητά καλύτερη.
Σε αυτό συνέβαλε καταλυτικά η παρουσία της Amy Tung Barrysmith. Δεν μπήκε απλώς στα παπούτσια του Tim, ούτε κάλυψε κάποιο κενό, αντίθετα έκανε αισθητή την παρουσία της από την πρώτη στιγμή, τόσο αισθητικά, δένοντας απόλυτα με την υπόλοιπη σκηνική εικόνα , όσο και ηχητικά, με το τετράχορδο Rickenbacker να ανανεώνει τον ήχο της μπάντας.

Έφερε ξανά την προσήλωση και την αφοσίωση στον σκοπό των Amenra, στοιχεία που, ας το παραδεχτούμε, είχαν λείψει τον τελευταίο καιρό καθώς ο Tim έδειχνε “φευγάτος”. Και μπορεί ο Colin να τραβά συνήθως όλο το βλέμμα, όμως αυτή τη φορά είχε πραγματικό “ανταγωνιστή” μέσα στα πλαίσια της πιο όμορφης ευγενούς άμιλλας.

Οι Βέλγοι έγιναν οι ίδιοι μαύρη τρύπα και μας κατάπιαν αργά και ηθελημένα. Με τις κορυφώσεις να αναδύονται μέσα από το σταδιακό, ατμοσφαιρικό χτίσιμο, συνέθεσαν το soundtrack μιας noir, ψυχικά ασταθούς ταινίας που έπαιζε αόρατη στο background, τόσο οπτικά όσο και συναισθηματικά. Εκεί ακριβώς φάνηκε και η διπλή φύση του ήχου τους,

ο post-metal χαρακτήρας να απλώνει τον χώρο, να δημιουργεί διαστήματα σιωπής που μοιάζουν με μακρόσυρτες ανάσες πριν την καταιγίδα, και ο doom πυρήνας να έρχεται σαν γκρεμισμένο καμπαναριό, βαριά riffs που πέφτουν πάνω σου με το βάρος ολόκληρης λατρευτικής τελετής.
Αυτή η εναλλαγή είναι που μετατρέπει κάθε Amenra συναυλία σε μυστήριο και όχι σε απλή εμφάνιση.

Προσπάθησα κι εγώ να κρατήσω τα μάτια ανοιχτά, να καταγράψω κάθε κίνηση επί σκηνής, όμως για ακόμη μία φορά επέλεξα συνειδητά να τα κλείσω και να χαθώ μέσα σε αυτόν τον μουσικό λαβύρινθο, όπου οι υψίσυχνες κιθάρες άνοιγαν έναν ουρανό που έμοιαζε να καταρρέει και τα doom σημεία έσκαβαν την ψυχή με ρυθμική επιμονή. Αναζητούσα την έξοδο στο τέλος, τη λύτρωση μετά την κάθαρση.
Και αυτή η λύτρωση ήρθε.
Όπως πάντα.

Με την εμφάνιση αυτή οι όρκοι και η πίστη ανάμεσα στους Amenra και το αθηναϊκό κοινό ανανεώθηκαν, όπως συμβαίνει εδώ και χρόνια. Άλλη μια βιωματική εμπειρία προστέθηκε στις μνήμες μας, άλλη μια τελετουργία γράφτηκε.

Ο Chve, στα όρια της παράκρουσης, με την παράνοια να χτυπάει την πόρτα, ξεδίπλωνε την προσωπική του κατάβαση στο σκοτάδι ενώ οι υπόλοιποι έδεναν εκείνο το χαρακτηριστικό κράμα, όπου το post-metal που απλώνει έναν ναό από αντήχηση και το doom που βυθίζει τα θεμέλια στο πιο βαθύ, υπαρξιακό μαύρο. Μαύρισαν το είναι μας μέχρι να φτάσουμε στο τέλος, μια τελική λύτρωση χωρίς λόγια, μόνο με συχνότητες, κραδασμούς και συναισθήματα.

Και τότε ακούστηκε η σφραγίδα της τελετής:
«They liveth for evermore».
Μια φράση που κουβαλά όλη την εκκλησιαστική-αποκαλυπτική αισθητική των Amenra, λειτουργεί ως έξοδος από την κάθαρση και ταυτόχρονα δηλώνει ότι αυτό που βιώθηκε δεν τελειώνει. Ζει για πάντα.
Και πράγματι ζει.
Στο Floyd. Στην πόλη. Στο σώμα μας.
Άλλη μια Κυριακή, άλλη μια πληγή που ανοίξαμε μόνοι μας για να θεραπευτούμε.
