Την τετάρτη που μας πέρασε, η βραδιά άνοιξε με τους δικούς μας Kaijuju, που μπήκαν στη σκηνή με το Bonnie Tyler intro και στη συνέχεια με ένα ηχητικό χαλί, το οποίο λειτούργησε σαν θερμό προοίμιο πριν τους Αυστραλούς. Από την πρώτη νότα φάνηκε έβγαλαν μια crossover αισθητική, συνδυάζοντας hardcore, metal και punk σαν ένα chug-rock κουαρτέτο που δεν παίζει με συμβάσεις.

Με 7 συνθέσεις (συν το intro), έτρεξαν με ορμή το σετ τους, με riffs που γέμιζαν τον αέρα, breakdowns που τραβούσαν τα βλέμματα, δυναμικές εναλλαγές που σε κρατούσαν σε εγρήγορση. Η ενέργεια τους ήταν μεταδοτική και δεν έμεινε μόνο σκηνή, αλλά κατέβηκε στο κοινό, σαν κύμα.

Η σύντομη μα καθόλα περιεκτική εμφάνιση τους, δεν ήταν απλά ένας δυνατός ήχος, ήταν ένα μήνυμα, (respect στο t-shirt του Ορφέα), για αλληλεγγύη, συλλογικότητα, και μια πάλη με προσωπικό και πολιτικό περιεχόμενο. Η έννοια “family first” έσφιξε ήδη στο αίθριο προτού καν αρχίσει το moshpit των Deez Nuts.

Κι όσο η σκηνή άδειαζε από την ενέργεια των Kaijuju, οι Deez Nuts ανέλαβαν τα ηνία της βραδιάς. Ο JJ ξεκίνησε σαν την ηρεμία πριν την καταιγίδα, αρχικά ήσυχος, σχεδόν χαλαρός πάνω στη σκηνή. Αλλά μόλις έσκασε η πρώτη ρίμα, μεταμορφώθηκε σε ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο, όπου η φωνή του έσκαγε πάνω από το κοινό, ρίμες πετάγονταν σαν ανεμοστρόβιλος, και η ατμόσφαιρα άρχισε να βράζει.

Οι Αυστραλοί δεν ήρθαν απλά για βόλτα από τα μέρη μας, ήρθαν για “hardcore party” ή rapcore, αν θες. Η μουσική τους αποτέλεσε άθλημα επαφής, δεν υπήρχε κοινό-παθητικό στοιχείο, αλλά πλήρης διαδραστικότητα. Ο κόσμος αντάλλαξε αγκαλιές, φιλιά, ιδρώτα και όχι μόνο. Το venue μετατράπηκε σε ένα πεδίο αλληλεπίδρασης, όπου η έννοια του “moshpit” εξελίχθηκε. Άλλοι πηδούσαν πάνω στη σκηνή, άλλοι χτυπιόντουσαν συγκαταβατικά, και υπήρχαν στιγμές που έμοιαζαν σχεδόν ιεροτελεστικές, όπου όλη η παρέα γινόταν μία κοινότητα.

Η ρυθμικότητα στην παρουσία τους ήταν ακαταμάχητη, τα τύμπανα έκαναν τα κλασικά “τάπα-τούπα” που σε σήκωναν από τη θέση σου, δίνουν αυτή την punk-αισθητική, αλλά πίσω υπήρχαν metal riffs , nu-metal και alternative αναφορές, σε μια πολύ δεμένη ηχητική υφή που έπειθε ότι δεν είναι απλά ένας φασαριόζικος χαμός, αλλά κάτι σχεδιασμένο, με δομή. Τα breakdowns τραβούσαν το κοινό μέσα, και ο JJ δεν σταμάτησε στιγμή να τραγουδάει, να παρακινεί, να κάνει stage dives, να επιτρέπει στον κόσμο να μπει μαζί του πάνω στη σκηνή.

Ένα από τα πιο δυνατά σημεία της βραδιάς ήταν όταν έστρεψα το βλέμμα από τη σκηνή και κοίταξα απλά τον κόσμο, σε ανθρώπους που ήταν στο moshpit, αλλά δεν χτυπιόντουσαν μόνο, αγκάλιαζαν, φιλούσαν με ιδρώτα και χαμόγελα.

Η “family first ιδεολογία” που πολλές φορές προβάλλεται στις συναυλίες τους δεν έμοιαζε αφηρημένη, αλλά έγινε πράξη. Η αλληλεγγύη, το “είμαστε μαζί”, το “έλα, πηδήξ’ πάνω” όλα ήταν παρόντα.

Η εμφάνιση στο Aux Club μέσα από το ηχητικό (τα πάντα όλα)-core υπόβαθρο της μπάντας ήταν μια εμπειρία επαφής, μια κοινότητα που χτίστηκε μέσα από τον ιδρώτα, τον ήχο και την αλληλεπίδραση.

Οι Kaijuju έστησαν το σκηνικό, έδωσαν το σκληρό αλλά νοηματικό προοίμιο. Και οι Deez Nuts, με την party-καταιγίδα τους, μετέτρεψαν το moshpit σε πεδίο αγάπης, χάους και απόλυτης μουσικής αλληλενέργειας.
Ήταν ένα live που ένιωθες…όχι απλά άκουγες.