“Να ήταν οι τρίτες γαμάτες… σαν τηγανητές πατάτες!”
Όπως είπε και ο Σταύρος κάποια στιγμή από τη σκηνή, και είχε απόλυτο δίκιο, γιατί αυτό ακριβώς συνέβη. Οι Sadhus (The Smoking Community) απέδειξαν για ακόμη μια φορά ότι δεν είναι απλώς ένα συγκρότημα, αλλά μια ζωντανή, ιδρωμένη, καπνισμένη οντότητα που υπάρχει αποκλειστικά και μόνο για τη στιγμή του live. Κι αν κάποιος αναρωτιόταν ποια μπάντα θα μπορούσε να σταθεί ιδανικά πριν από τους High on Fire, η απάντηση δόθηκε με σαρωτικό όγκο και παραμόρφωση, και δεν είναι άλλη από τους Sadhus.

Με το πρώτο feedback να σκίζει τον αέρα και τα riffs να σέρνονται από τα ηχεία σαν λάβα, έγινε σαφές ότι το κοινό δεν ήρθε απλώς να “ζεσταθεί” για τον Pike και την παρέα του. Οι Sadhus, με την ασυγκράτητη ενέργεια και την ωμή παρουσία τους, μας ξεροψήσαν όλους μεταφορικά και κυριολεκτικά.
Η ένταση ξεχείλιζε, η σκηνή έβραζε, και το κοινό ανταποκρίθηκε όπως μόνο αυτό ξέρει, με έναν τελετουργικό, κοινωνικοποιημένο χαμό από mosh pits, σπρωξιές, φωνές και κλωτσομπουνίδια που λειτουργούσαν σαν μορφή αποδοχής και συμμετοχής στη μουσική εμπειρία.

Το set τους ήταν το γνώριμο, κολλημένο και βαρύ ποτισμένο με Sabbath doomάνι, γλοιώδες και μουχλιασμένο, όπως το θέλουμε, με πιστοποίηση αυθεντικότητας από τον ίδιο τον Pike, αν τύχαινε να παρακολουθεί απ’ τα παρασκήνια. Τα riffs έσταζαν κ@υλα, πίσσα και ιδρώτα, η φωνή έβγαινε σαν κραυγή απ’ τα σωθικά και οι ρυθμοί χτυπούσαν κατακούτελα, με crust και blackened sludge απολήξεις που έδιναν την κατάλληλη επίγευση στη βραδιά.

Και κάπου εκεί ήρθε η απρόσμενα φοβερή διασκευή στο “Snowblind” των Sabbath. Αν και ιδεολογικά θα τους ταίριαζε περισσότερο το “Sweet Leaf”, καθότι η Smoking Community τίμησε δεόντως το όνομά της, το αποτέλεσμα ήταν καθηλωτικό, σαν μια τελετή προσφοράς προς τους προπάτορες του είδους.

Οι Sadhus δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Είναι εκεί, πάντα έτοιμοι, πάντα αφοσιωμένοι στο σανίδι, να σπείρουν το βάρος και να αφήσουν πίσω τους μια οσμή καμένου fuzz και ιδρώτα. Ένα support που δεν ένιωθες ποτέ σαν “προθέρμανση”, αλλά σαν το απαραίτητο, πρώτο στάδιο μιας τελετουργίας.

Μετά τις απαραίτητες χωροταξικές αλλαγές και το τελευταίο soundcheck, οι High on Fire επέστρεψαν, και αυτό που ακολούθησε δεν ήταν απλώς συναυλία, αλλά μια ωμή, υπερεντατική δοκιμή αντοχών, ένας ηχητικός οδοστρωτήρας που μας πήρε παραμάζωμα χωρίς οίκτο. Η μετάβαση από τους Sadhus στους High on Fire έμοιαζε απόλυτα φυσική, σαν να συνέχιζε η ίδια τελετή με άλλη μορφή, με τη φωτιά να φουντώνει αντί να καταλαγιάζει.

Χωρίς ίχνος εισαγωγής, η μπάντα εμφανίστηκε μέσα σε ιαχές και φως και ξεκίνησε με το “Karanlik Yol”, το ανατολίτικο, σχεδόν ρεμπέτικο κάλεσμα του νέου δίσκου “Cometh the Storm”. Από εκείνη τη στιγμή, όλα έμοιαζαν να τίθενται σε κατάσταση συναγερμού, καμία χαλάρωση, καμία ανάσα, καμία αυξομείωση. Το τρίο κινήθηκε εκτός safety zone, σε μια αδιάκοπη κλίμακα έντασης που από το πρώτο λεπτό μέχρι το τελευταίο μας κρατούσε με τα σαγόνια σφιγμένα και τα μάτια γουρλωμένα.

Ο Matt Pike, με νέο look (εννοείται χωρίς μπλούζα) μπριγιαντίνη στα μαλλιά και θολωμένο βλέμμα θηρίου, σαν ένα mash up hetfield και Δόγκανου, κυρίευσε τη σκηνή σαν ένας αειθαλής μύθος του underground και mainstream heavy metal.

Ο λύκος κι αν εγέρασε, παραμένει ο ίδιος δαίμονας των riffs, το αποσπόρι του Iommi και του Lemmy, που δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Χτυπούσε τις χορδές με οργή, μάστιζε το κοινό με riff που έμοιαζαν με πολιορκητικούς κριούς, και όταν ξέφευγε σε shredding, το έκανε ασυναίσθητα, με φυσικότητα και θράσος, σαν γνήσιος τσόγλανος της κιθάρας.

Δίπλα του, ο Ben Koller, πλέον γενειοφόρος και πιο θεριεμένος από ποτέ, έδωσε ρυθμό και πνοή στο χάος. Ήταν ένα ανθρώπινο πλοκάμι, ασπόνδυλο και έρμαιο της ταχύτητας, που αψηφούσε κάθε μετρονόμο με υπεροψία. Τα τύμπανά του είχαν την ένταση ποδοβολητών, κάθε γύρισμα σήμαινε επίθεση, κάθε χτύπημα απειλή. Σε μια στιγμή μάλιστα, το hi-hat δεν άντεξε τη βία και παρέδωσε πνεύμα, αφήνοντας τον τεχνικό να το μαζεύει απορημένος, ενώ ο Koller συνέχιζε ατάραχος. Ο δαίμονας της Τασμανίας βρήκε το μέταλ του alter ego.

Αν όμως Pike και Koller ήταν τα άκρα της καταιγίδας, ο Jeff Matz ήταν ο ακίνητος πυρήνας της. Μοναστηριακή φιγούρα, σχεδόν σε trance κατάσταση , κρατούσε με το μπάσο του τον ήχο ενωμένο, διοχετεύοντας ψυχεδελικά κύματα μέσα στο doom και το distorted chaos. Οι μπασογραμμές του ήταν το ισοκράτημα σε μια οργιαστική τελετή όγκου και παραμόρφωσης.

Το κοινό, από την άλλη, δεν έμεινε ούτε στιγμή αμέτοχο. Stage diving, mosh pits που μετατράπηκαν σε “mosh pots”, και ανελέητο headbanging σε κάθε διαθέσιμη γωνία. Ήταν μια λειτουργία αδρεναλίνης και καπνού, όπου κάθε ένας από το κοινό βίωνε το ίδιο πράγμα με το χαμόγελο του απόλυτου κορεσμού, την ευφορία του να καταστρέφεσαι όμορφα από τον ήχο.

Το setlist κινήθηκε με έμφαση στο “Death Is This Communion” μια λογική επιλογή, αφού πρόκειται για το magnum opus τους, που συνοψίζει τον επικό και καταστροφικό τους χαρακτήρα, ενώ και το “Cometh the Storm” τιμήθηκε. Μικρό παράπονο, φυσικά, η απουσία υλικού από το “Blessed Black Wings”, αλλά ποιος να διαμαρτυρηθεί πραγματικά, όταν έχει ήδη συντριβεί από αυτό το wall of sound και μετά από τέτοια εμφάνιση;

Στο τέλος, όταν έκλεισαν οι ενισχυτές υπό τους ήχους του “Simon says” του Pharoahe Monch, και όλοι ξέραμε πως είχαμε γίνει στάχτη και μπούρμπερη από κάτι μεγαλύτερο από εμάς. Οι High on Fire δεν έπαιξαν απλά, μας καταπάτησαν με τη θέληση τους και την δική μας.

Και ο Pike, με το βλέμμα του ατσάλινο κάτω από το φως, έμοιαζε να μας υπενθυμίζει πως ο ήχος της μπάντας παραμένει θηρίο, αδάμαστο και εκτός νόμου.

Φωτογραφίες: Βαγγέλης Γιαννακόπουλος