Τέσσερις δεκαετίες μετά τη γέννησή τους στο Bradford, οι New Model Army παραμένουν ένα από τα λίγα συγκροτήματα που κατάφεραν να χτίσουν ένα ολόκληρο σύμπαν γύρω από την αίσθηση της προσωπικής και συλλογικής ανυπακοής.
Σχηματισμένοι το 1980 από τον Justin Sullivan, οι NMA βγήκαν από το βιομηχανικό τοπίο της Βόρειας Αγγλίας κουβαλώντας κάτι πιο σύνθετο από το τότε punk, μια πολιτική ματιά βαθιά ανθρώπινη, ένα folk υπόστρωμα που απλωνόταν κάτω από την οργή, και μία διάθεση να πουν ιστορίες που δεν χάιδευαν κανέναν.
Τα πρώτα χρόνια με το “Vengeance” έδειξαν ακριβώς αυτό, ότι είναι μια μπάντα που δεν φοβάται να είναι άβολη. Η οργή ήταν εκεί, αλλά ήταν στοχευμένη, βγαλμένη από την ανισότητα, τα χτυπήματα της Θάτσερ, και τη συνειδητοποίηση ότι η κοινωνική αποξένωση ήταν πλέον κανόνας. Η επιτυχία του “No Rest for the Wicked” έκανε ακόμη πιο ξεκάθαρο ότι οι NMA είχαν βρει το δικό τους μονοπάτι, και πορεύτηκαν σε αυτό, ανελέητοι αλλά μελωδικοί, πολιτικοί αλλά όχι διδακτικοί, με μια φωνή που δεν έμοιαζε με κανενός άλλου συγκροτήματος της εποχής.
Η πραγματική όμως μεγαλοπρέπεια έφτασε με το “Thunder and Consolation”. Εκεί συνέβη η μεγάλη μεταμόρφωση, καθώς το βιολί έδωσε μια επική διάσταση στα τραγούδια, οι ενορχηστρώσεις άνοιξαν τον ήχο προς το folk και το post-punk ταυτόχρονα, ενώ κομμάτια όπως “Stupid Questions”, “Vagabonds” και το διαχρονικό “Green and Grey” άγγιξαν ένα νεύρο που έμελλε να επηρεάσει γενιές ακροατών. Στις συνεντεύξεις εκείνης της περιόδου, ο Sullivan εξηγεί ότι η μπάντα ποτέ δεν έγραφε με γνώμονα κάποιο “ρεύμα”, το μόνο που τους ένοιαζε ήταν να αποτυπώσουν τον κόσμο όπως τον ένιωθαν. Ίσως γι’ αυτό και ο δίσκος άφησε τόσο βαθιά χαραγμένο αποτύπωμα και παραμένει έως σήμερα σημείο αναφοράς.
Στα 90s, με το “Here Comes the War”, οι NMA έδειξαν πως δεν είχαν χάσει ούτε ίχνος από την πολιτική τους πυγμή. Μετά, στη δική τους ανεξάρτητη Attack Attack Records, συνέχισαν να λειτουργούν όπως πάντα, με απόλυτο έλεγχο στην τέχνη τους, χωρίς κανέναν συμβιβασμό. Η απώλεια του Robert Heaton το 2004 σημάδεψε βαθιά το συγκρότημα, όμως δεν το σταμάτησε. Αντίθετα, έγινε ένας από τους άξονες που καθόρισε την ώριμη περίοδό τους, σε μια εποχή με λιγότερη οργή αλλά περισσότερη στοχαστικότητα.
Το εντυπωσιακό με τους New Model Army είναι πως ποτέ δεν έγιναν “νοσταλγική” μπάντα. Τα τελευταία τους χρόνια, με αποκορύφωμα τη δημιουργική ανάκαμψη γύρω από δίσκους όπως το “Between Dog and Wolf” και μέχρι τις πιο πρόσφατες δουλειές τους όπως το “Unbroken”, δείχνουν μια σπάνια συνέπεια. Στις συνεντεύξεις του Sullivan σήμερα ακούγεται η ίδια φλόγα με αυτήν των ’80s, η αίσθηση ότι η μουσική είναι ένα μέσο να κατανοήσουμε την εποχή, τον φόβο, την οργή, αλλά και την επιθυμία για κάτι πιο αληθινό.
Όσο για τη δισκογραφία τους, λίγες μπάντες έχουν τόσα κομμάτια που μπορούν να λειτουργήσουν ως “πύλες” προς όλη τους την αισθητική.
Τα “Vengeance” και “No Rest”φέρουν το DNA των πρώτων χρόνων. Το “Green and Grey” αγγίζει την ανθρώπινη πλευρά της εγκατάλειψης και του ανήκειν. Το “Vagabonds” κουβαλά τον συνδυασμό επικής folk και αγγλικού ρομαντισμού που οι NMA έκαναν δικό τους. Το “Here Comes the War” θυμίζει σε όλους ότι η μπάντα δεν φοβήθηκε ποτέ να δείξει τα δόντια της. Και τα πιο πρόσφατα τραγούδια, όπως το “Unbroken”, δείχνουν ότι η αποστολή τους να μιλούν για έναν κόσμο που διαλύεται και ξαναχτίζεται συνεχίζεται αδιάκοπα.
Έτσι, ενόψει της εμφάνισής τους στο Gagarin 205 στις 28/11, οι New Model Army επιστρέφουν στην Αθήνα όχι ως μια “παλαιάς κοπής” μπάντα, αλλά ως ένα ζωντανό, ακόμη εξελισσόμενο σώμα. Ένα συγκρότημα που έμαθε να μεταμορφώνεται χωρίς να χάνει τον πυρήνα του, την ειλικρίνεια, την ένταση και την αμείλικτη ανάγκη να γράφει τραγούδια που μιλούν για αυτά που δεν λέγονται εύκολα.
Σε έναν κόσμο που αλλάζει βίαια, οι NMA παραμένουν αυτό που υπήρξαν πάντα, μια βαριά, παθιασμένη, αφοσιωμένη φωνή αντίστασης και ενδοσκόπησης.
Και αυτός είναι ίσως ο λόγος που το κοινό τους δεν μειώνεται ποτέ…απλώς ανανεώνεται.
