Φωτογραφίες: Έφη Γαλιατσάτου
Υπάρχουν βραδιές που δεν περιγράφονται με τα κλασικά εργαλεία του live reporting.
Δεν “αναλύονται”.
Δεν “σπάνε” ανά μπάντα.

Γιατί αυτό που συμβαίνει στη σκηνή, και κάτω από αυτή, είναι κάτι συλλογικό, μια κοινότητα που αυτοτροφοδοτείται, ένας μικρός σεκταρισμός, όπως πολύ εύστοχα σχολίασε ο Βαγγέλης Γιαννακόπουλος.

Η Κυριακή στο Arch Club ήταν ακριβώς αυτό, μια τελετουργία hardcore, όπου οι Risk It, Last Hope, Death Before Dishonor και Terror δεν έπαιξαν απλά, αλλά λειτούργησαν σαν ενιαία δύναμη, μια αλυσίδα που κάθε κρίκος της έσφιγγε όλο και περισσότερο τη λαβή γύρω από το κοινό.

Δεν ήταν live. Ήταν σύναξη.
Το Arch στα όρια του sold out, ιδρωμένο, αδιαπέραστο

Από νωρίς ο χώρος έμοιαζε μικρός. Το Arch κατακλύστηκε από κόσμο που είχε πάει όχι για να “δει”, αλλά για να συμμετάσχει. Μποτιλιάρισμα στο bar, μποτιλιάρισμα στη σκηνή, μποτιλιάρισμα… στον αέρα. Πρώτη φορά, και δεν είναι υπερβολή, είδα μποτιλιάρισμα επί σκηνής για stagediving. Ο κόσμος ανέβαινε, έπεφτε, ξανανέβαινε, έσπρωχνε, κλωτσοπατινάδα παντού, πολλά διαφορετικά mosh pits που άνοιγαν σαν κύματα μέσα στο πλήθος.

Οι Γερμανοί Risk It ήταν το πρώτο χτύπημα στο στομάχι, σαν άναμμα του φιτιλιού ένα πράγμα. Το straight-to-the-point beatdown τους θύμιζε ότι η περιοδεία ονομάζεται Only The Hard για κάποιο λόγο. Όχι πολλά λόγια, όχι φιοριτούρες, μόνο χτυπήματα, και καθαρές προθέσεις. Ήταν η σπίθα που χρειαζόταν η βραδιά για να ξεφύγει από τον έλεγχο.

Στην συνέχεια οι Βούλγαροι Last Hope, με το γνώριμο east-european πείσμα τους, έδεσαν αμέσως με το κοινό. Η ωμή street-hardcore αισθητική τους έμοιαζε με ηχητικό πεζοδρομημένο ξύλο, τίμια, απλή, αποτελεσματική. Το κοινό τούς αντιμετώπισε σαν δικούς του, και εκείνοι ανταπέδωσαν με μια εμφάνιση που ανέβασε το θερμόμετρο πριν καν αρχίσουμε να ιδρώνουμε πραγματικά.

Οι DBD μπήκαν με τη νοοτροπία “το σπίτι μας είναι όπου παίζουμε”. Τυπικό Boston hardcore, άμεσα riffs, gang vocals, και εκείνη η διαχρονική μπουνιά που πάντα σε βρίσκει κάπου στο στέρνο. Έπαιξαν με χαμόγελο, με ενέργεια, με την αίσθηση ότι ήταν μέρος μιας οικογένειας που είχε μαζευτεί για να κάνει χαμό. Κι αν κάτι έγινε ξεκάθαρο στο set τους, είναι ότι το Arch είχε ήδη παραδοθεί.

Και μετά… Vogel time.

Αν η βραδιά είχε μια κορύφωση, αυτή ήταν αναμφίβολα οι Terror. Δεν χρειάζονται πολλή περιγραφή, όποιος τους έχει δει ξέρει ότι ο Vogel δεν είναι απλώς frontman, είναι αγωγός ενέργειας, θυμού, ενότητας, catharsis.

Με τα κλασικά vogelism να εκτοξεύονται ανάμεσα στα κομμάτια (“take care of each other”, “this is your stage too”), το κοινό λειτούργησε σαν στρατιά που κινείται με ένα μυαλό.

Κάπου στο set τους… δεν είχε μείνει άνθρωπος από τις προηγούμενες μπάντες που να μην είχε ανέβει στη σκηνή. Risk It, Last Hope, DBD, όλοι επάνω, όλοι μέρος του χαμού, όλοι να χαμογελάνε καθώς από κάτω χιλιάδες πόδια πετούσαν στον αέρα.

Οι Terror δεν “έπαιζαν”, πυροδοτούσαν. Σαν να είχαν αναλάβει τη λειτουργία μιας αίρεσης του positive aggressive.

Kι ακριβώς εκεί καταλαβαίνεις γιατί θεωρούνται ηγετική φυσιογνωμία της hardcore σκηνής, γιατί μπορούν να κάνουν ένα club να μοιάζει με οικογένεια που εξασκεί βία… αλλά βία λυτρωτική, συναινετική, δημιουργική.

Οι μπάντες είδαν το κοινό.
Το κοινό είδε τις μπάντες.
Όλοι είδαν όλους.

Αυτό ήταν το πνεύμα της Κυριακής. Τίποτα διαχωριστικό, τίποτα “σε ποιο σημείο παίζουν αυτοί;”.
Ήταν μια οριζόντια εμπειρία, μια συλλογική βία που γινόταν χαμόγελο, κάτι που μόνο το hardcore μπορεί να προσφέρει.

Στο τέλος της βραδιάς το Arch μύριζε ιδρώτα, μπλούζες είχαν χαθεί, γόνατα είχαν ανοίξει, λαιμοί είχαν πρηστεί… και όλοι έφευγαν ευτυχισμένοι.
Μια μόνο φράση το συνοψίζει:
“Only The Hard”, και η Αθήνα ήταν πολύ, πολύ hard την Κυριακή.
